Ο λόγος που οι αραβικές χώρες θέλουν τον Ερντογάν ακόμα στην εξουσία.

Spread the love

Από τις δεκάδες πολιτικές σχέσεις που φέρουν την αυθαιρεσία του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι σχέσεις με τις χώρες του Κόλπου βρίσκονται σε μοναδικό σημείο. Υπό τον Ερντογάν, η Τουρκία διαχειρίστηκε έναν δύσκολο ανταγωνισμό και επακολούθως συνεργασία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μια ιστορικώς σημαντική αλλαγή στη σχέση με τη Σαουδική Αραβία (η οποία ήταν τεταμένη τα τελευταία χρόνια και μόλις πρόσφατα επανήλθε σε θετική τροχιά) και μια συνεχώς αναπτυσσόμενη σχέση στρατηγικού προσανατολισμού με το Κατάρ. Όπως γράφει ο Μπατού Τζοσκούν στο The Arab Gulf States Institute της Ουάσινγκτον, η ευρυνόμενη πολύπλευρη δέσμευση της Τουρκίας με τον Κόλπο – προϊόν του αρχικά κοινόχρηστου οικονομικού δυναμισμού μεταξύ των δύο περιοχών, εκτός από το εξατομικευμένο στυλ άσκησης εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν με βασικούς ηγέτες του Κόλπου – μπορεί να έχει το διακύβευμά της στις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές της Τουρκίας που έχουν προγραμματιστεί για τον Ιούνιο του 2023.

Με τα οικονομικά δεινά της χώρας τα οποία βαίνουν κλιμακούμενα και την αυξανόμενη αντιδημοφιλία του Ερντογάν, η αντιπολίτευση της Τουρκίας κερδίζει έδαφος καθώς προσπαθεί να αποκτήσει τον έλεγχο της κυβέρνησης στις επερχόμενες εκλογές. Καθώς η χώρα βιώνει αυξανόμενα ρεύματα εθνικισμού, ξενοφοβίας και αντιαραβικού αισθήματος , η αντιπολίτευση έχει δεσμευτεί να επανεξετάσει τη σχέση της Τουρκίας με τον Κόλπο.

Google news

Ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πιθανός υποψήφιος για την προεδρία ως εκπρόσωπος της κοινής αντιπολίτευσης, δεσμεύτηκε να ανοίξει εκ νέου την έρευνα για τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι, εάν αναλάβει την εξουσία. Ομοίως, ήταν επικριτικός προς τις προσπάθειες του Ερντογάν να εμπλακεί με το Άμπου Ντάμπι, χαρακτηρίζοντάς τον “ζήτανο” σε αναζήτηση κεφαλαίων για να χρηματοδοτήσει την επανεκλογή του. Στις σχέσεις με το Κατάρ, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα έχει μακρύ ιστορικό να κατηγορεί την κυβέρνηση ότι συναινεί στις αγορές στρατηγικώς σημαντικών τουρκικών περιουσιακών στοιχείων από το Κατάρ.

Ο Κιλιτσντάρογλου ήταν σε μεγάλο βαθμό δύσπιστος απέναντι στην προσπάθεια της κυβέρνησης να επαναφέρει τους δεσμούς τόσο με τα ΗΑΕ όσο και με τη Σαουδική Αραβία. Το κόμμα του αμφισβήτησε τη φύση των προσεγγίσεων, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι παραιτήθηκε από θέσεις που κατείχε στο παρελθόν για χάρη οικονομικού οφέλους και αμαύρωσε το κύρος της Τουρκίας. Η αντιπολίτευση της Τουρκίας θεωρεί τη διαδικασία συναλλακτική, με στόχο να ωφελήσει την εκστρατεία επανεκλογής του Ερντογάν, παρά ως μέρος μιας θεωρούμενης στρατηγικής εξωτερικών σχέσεων.

Αντιαραβισμός
Σε συνδυασμό με το αυξανόμενο αντιαραβικό αίσθημα, εν μέρει λόγω της αυξανόμενης ορατότητας των Σύρων προσφύγων και της επιδείνωσης των τοπικών οικονομικών συνθηκών, η αντιπολίτευση έχει συνδυάσει μια κοσμοθεωρία με σκεπτικισμό για τον Κόλπο με τη συντριπτική αντιπάθεια του πληθυσμού για τους μετανάστες, διατυπώνοντας ισχυρισμούς ότι οι Τούρκοι θα γίνουν σύντομα μειονότητα στη δική τους χώρα. Οι μετανάστες και οι Άραβες τουρίστες του Κόλπου συγχέονται όλο και περισσότερο μεταξύ τους, καθώς και οι δύο θεωρούνται απειλές για τη διατήρηση της “τουρκικότητας”, ιδιαίτερα σε δημοφιλείς περιοχές όπως η Κωνσταντινούπολη και ο Εύξεινος Πόντος, που έχουν τύχει ανανεωθέντος ενδιαφέροντος με τον τερματισμό των περιορισμών της πανδημίας. Τέτοια ξενοφοβικά αισθήματα, που αρχικώς διοχετεύονταν από περιθωριακά πολιτικά κινήματα, τυγχάνουν ενισχυμένης έλξης από τον πληθυσμό, σε βαθμό που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος και άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Επιπλέον, το συλλογικό “Άραβας” ήταν συχνά ο μεγάλος έτερος στην τουρκική εθνικιστική αντίληψη. Αυτή η προκατάληψη ενισχύεται από τις πρώην κοσμικές ελίτ της χώρας – ο λόγος των οποίων συχνώς περιέγραφε τον αραβικό κόσμο ως καθυστερημένο και έντονα συντηρητικό. Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα βλέπει σε μεγάλο βαθμό την άμεση γεωγραφική γειτονιά της Τουρκίας ως μια περιοχή που καλύτερα να αποφεύγεται και να εμπλέκεται κάποιος σε αυτή μόνο όταν είναι απαραίτητο. Θεωρεί τις σχέσεις με τη Μέση Ανατολή περιττές, κάτι που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην πολιτική της Τουρκίας στην περιοχή, εάν ο υποψήφιος του κόμματος, Κιλιτσντάρογλου, κερδίσει τον Ερντογάν στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές.

Τι θα μπορούσε να αλλάξει;
Οι ενισχυμένες σχέσεις με τον Κόλπο ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν των προσωπικών προσπαθειών του Ερντογάν – σε αντίθεση με τη μακροχρόνια σχέση της Τουρκίας με τη Δύση, η οποία δεσμεύεται από θεσμικά πλαίσια που συχνά αντικαθιστούν την εσωτερική πολιτική. Ο Ερντογάν έχει καθοδηγήσει την πολιτική της Τουρκίας στον Κόλπο – τον ​​ανταγωνισμό με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία καθώς και τις πρόσφατες προσεγγίσεις. Μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία της αντιπολίτευσης θα μπορούσε έτσι εύκολα να αλλάξει την πορεία των σχέσεων, καθώς υπάρχει ελάχιστο θεσμικό πλαίσιο, εκτός από ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς, που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τέτοιες αποφάσεις. Τουλάχιστον, μια νέα κυβέρνηση στην Τουρκία θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια διαδικασία αποδέσμευσης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια μεγάλου μέρους της μεγέθυνσης των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών.

Ενώ το εκ νέου άνοιγμα της υπόθεσης Κασόγκι θα ήταν νομικώς αδύνατο, καθώς έχει κλείσει και μεταφερθεί στα δικαστήρια της Σαουδικής Αραβίας, μια τέτοια απόπειρα θα μπορούσε να ενισχύσει την υποστήριξη μιας κυβέρνησης Κιλιτσντάρογλου για ρήξη με την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν. Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε επίσης να βρει υποστήριξη μεταξύ των πρώην συμμάχων του Ερντογάν, μιας και η μεταφορά της υπόθεσης Κασόγκι φημολογείται ότι δημιούργησε ρωγμές στο ίδιο το κυβερνών κόμμα. Πρώην πιστοί του Ερντογάν που έγιναν στελέχη της αντιπολίτευσης –όπως ο πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου– εξέφρασαν επίσης παρόμοια συναισθήματα για την εκ νέου δίωξη των Σαουδαράβων πρακτόρων που σκότωσαν τον Κασόγκι. Μια τέτοια πορεία δράσης, είτε ξεπερνούσε τα νομικά εμπόδια στην πραγματικότητα είτε όχι, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ακόμη τεράστιο ρήγμα μεταξύ Άγκυρας και Ριάντ.

Οι σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φαίνονται λιγότερο αμφιλεγόμενες και ως εκ τούτου λιγότερο επιρρεπείς σε κίνδυνο, κυρίως λόγω της συντονισμένης προσπάθειας του Ερντογάν και του Μοχάμεντ μπιν Ζάγεντ να ξεπεράσουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Ωστόσο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν επίσης ένα κοινό χαρακτηριστικό του τουρκικού εγχώριου πολιτικού λόγου, με παλαιότερους ισχυρισμούς των πιστών του Ερντογάν ότι το Άμπου Ντάμπι ήταν συνένοχος στην αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 να βρίσκουν πλέον όλο και περισσότερο έλξη στις τάξεις του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος. Ο Κιλιτσντάρογλου θα μπορούσε επομένως να επανεξετάσει τέτοιους ισχυρισμούς σε επίπεδο ηγεσίας εάν εκλεγεί πρόεδρος. Επιπλέον, η επιθυμία των ΗΑΕ να εμπλακεί σε στρατηγικά σημαντικούς τομείς της τουρκικής οικονομίας, όπως η παραγωγή drone, θα μπορούσε επίσης να επιδεινώσει τις εντάσεις. Ο Κιλιτσντάρογλου έχει ήδη δηλώσει ότι η κυβέρνησή του δεν θα τιμήσει καμία αμυντική σύμβαση που διαπραγματεύεται το Άμπου Ντάμπι με τον Ερντογάν.

Η στρατηγικά προσανατολισμένη σχέση της Τουρκίας με το Κατάρ είναι ίσως η σχέση που θα υποφέρει περισσότερο από την πιθανή ήττα του Ερντογάν στις εκλογές. Μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης δεν θα ήταν διατεθειμένη να συνεχίσει τη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο Κατάρ και η επιχείρηση θα μπορούσε να περιοριστεί ή να σταματήσει εντελώς. Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης είχαν αρχικά αντιταχθεί στην ανάπτυξη στρατευμάτων της Τουρκίας στο Κατάρ το 2017 και συνέχισαν να αμφισβητούν τους λόγους για τη δημιουργία της στρατιωτικής βάσης. Επιπλέον, η ισχυρή συνεργασία σε περιφερειακά θέματα και οι κοινοί στρατηγικοί υπολογισμοί θα μπορούσαν να βαλτώσουν λόγω έλλειψης εκτελεστικής βούλησης στη νέα τουρκική κυβέρνηση, καθώς τέτοιοι δεσμοί επί του παρόντος είναι προϊόν της στενής σχέσης μεταξύ του Ερντογάν και του εμίρη του Κατάρ. Σε περίπτωση αλλαγής κυβέρνησης στην Τουρκία, θα μπορούσαν να διαπιστώσουν πιθανώς ότι ο νέος πρόεδρος, τα κάδρα του οποίου θα αντικαταστήσουν αυτά του Ερντογάν στις δημόσιες υπηρεσίες, θα δείξει ελάχιστο ενδιαφέρον για να συνεχίσει την εν λόγω σχέση.

Σε ευρύτερο επίπεδο, συναινώντας – και συμβάλλοντας στην ενίσχυση – του λαϊκιστικού αισθήματος, μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης θα μπορούσε να επανεξετάσει τις πολιτικές βίζας της Τουρκίας και την πώληση ακινήτων σε αλλοδαπούς – δύο ζητήματα που είναι ολοένα και πιο αμφιλεγόμενα λόγω της αύξησης του ξενοφοβικού αισθήματος στη χώρα. Θα μπορούσαν να ξεκινήσουν έρευνες για την πώληση ακινήτων σε υπηκόους του Κόλπου και τα προνόμια βίζας θα μπορούσαν να ανακληθούν. Αυτό με τη σειρά του θα απαιτούσε μια απάντηση από τις πρωτεύουσες του Κόλπου, βλάπτοντας πιθανώς τους δεσμούς και μειώνοντας την κλίμακα του τουρισμού.

Μετά από ένα χρόνο προσπαθειών συμφιλίωσης μεταξύ της Άγκυρας και των πρωτευουσών του Κόλπου, οι επικείμενες εκλογές απειλούν να ρίξουν τη σκιά τους σε αυτές τις πρόσφατα αποκατασταθείσες σχέσεις. Εάν ο Ερντογάν πράγματι χάσει στις επερχόμενες εκλογές, η πολιτικοποίηση των σχέσεων με τον Κόλπο στο τουρκικό εσωτερικό πλαίσιο θα θέσει υπό σκληρή δοκιμασία την αξίωση που λέει ότι οι εξωτερικές υποθέσεις μπορούν να επιβιώσουν από την καταστροφή που προκαλεί η λαϊκιστική πολιτική.


Spread the love

Σχετικά άρθρα